Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Οδυσσέας Ελύτης : Τα Ρω Του Έρωτα

Οδυσσέας Ελύτης : τα Ρω του έρωτα
ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΜΑΡΙΝΑ
Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.



ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ
Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει

Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ' άσπρα συννεφάκια

Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
Που αν τη χωρέσουμε απ' τη μια
περσεύει από την άλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Περαία
μια γαλανή σημαία.


(........................................................)


ΤΑ 'ΔΑΤΕ ΤΑ ΜΑΘΑΤΕ

Ήταν μια θεία θέληση
κι ενός αγίου τάμα

Εμείς οι δυο να σμίξουμε
και να γενεί το θάμα:

Οι βάρκες ν' ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια

Κι οι ορτανσίες να πετούν
καθώς τα χελιδόνια

Ν' ανάβουν οι άγιοι κερί
στη χάρη των δυονώ μας

Και τα ψαράκια να φυλούν
την άκρη των ποδιών μας

Όλος ο κόσμος ν' απορεί
μωρέ τι να 'ν' και τούτο
Με το μπουζούκι να λαλεί
και το μικρό λαγούτο:

-Τα 'δατε τα μάθατε
μια αγάπη που εγεννήθη
ʼνθρωπος δεν την κατελεί
κι ο ʼδης ενικήθη.


ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ

Του μικρού Βοριά παράγγειλα
να 'ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα
και στο παραθυράκι

Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ
η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες στα δάκρυα την κοιτώ
που μόλις ανασαίνει

Με πιάνει το παράπονο
γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τα 'χασα
κι έφτασα στο χειμώνα

Σαν το καράβι που άνοιξε
τ' άρμενα κι αλαργεύει
θωρώ να χάνονται οι στεριές
κι ο κόσμος λιγοστεύει

Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.


(........................................................)



ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ

Ανάμεσα Σύρο και Τζια
μικρή φυτρώνει νεραντζιά
η μικρή μου η κοπελιά

Πόχει τις ρίζες στο βυθό
και τα κλαδιά στον ουρανό
το κορίτσι που αγαπώ

Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό
δεν είναι μήτε ξωτικό
το κορίτσι που αγαπώ

Μα 'χει τον ήλιο φορεσιά
τα κύματα περπατηξιά
η μικρή μου η Παναγιά

Χάιντε νύφη της θαλάσσης
τι φαμίλιες θα χαλάσεις

Νύφη μέσα στα μπουγάζια
με τα πέπλα τα γαλάζια

ʼνεμος να μη σε πιάσει
λούλουδο μη σου χαλάσει

Κι αν γενεί ποτέ το θάμα
κι αγαπήσεις κάνω τάμα

Να σου στείλω μια μπρατσέρα
με τον Πολικόν Αστέρα.




ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ

Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
Μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες στα πράσινα χαλίκια
Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
Το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι

Κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει
κι όποίος το 'βρει δεν πεθαίνει

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια
Δε γελάνε μήτε κλαίνε
μόνο λένε μόνο λένε:
-Μια φορ&ά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια
Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει

Κι από τ' ουρανού τα μέρη
την αγάπη να σου φέρει

Το θαλασσινό τριφύλλι
ποιος θα βρει να μου το στείλει
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.



ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

Η Παναγιά το πέλαγο
κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο την Αμοργό
και τ' άλλα τα παιδιά της

Από την άκρη του καιρού
και πίσω απ' τους χειμώνες
ʼκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες

Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ' αρμυρίκια
Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
κι 'ολ' αποκρίνονταν μαζί:

-Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει.



(........................................................)


Η ΕΛΕΝΗ

Σήκωνε το κλουβί
μια δω μια κει
κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι
Μια δω μια κει
ο ήλιος κάθε Κυριακή

Φώναζε στην αυλή
ψι ψι, ψι ψι
κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει
Ψι ψι, ψι ψι
την αστραπή τους τη χρυσή

Πήγαινε ν' ανεβεί
σκαλί σκαλί
την αγκαλιά ρούχα γεμάτη
κι έλεγαν οι αγγέλοι να τη
Σκαλί σκαλί
την πιο μικρή μας αδερφή

Κάτασπρο γιασεμί
και μυ- και μυ-
και μυστικέ μου Αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη
Και μη και μη
και μη ρωτάτε το γιατί.



Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Κάθε πρωί όπου ξυπνώ
τρέχω στην πόρτα και κοιτώ

Τρίτη Κυριακή Δευτέρα
κι άλλη μια χαμένη μέρα

Πάνε κι έρχονται ολοένα
τα βαπόρια και τα τρένα

Ταχυδρόμε ανάθεμα σε
μόνο εμένα δε θυμάσαι

Πιάνει ο κόσμος περιστέρια
κι εγώ μένω μ' άδεια χέρια

-Γράμμα τέτοιο δε λαβαίνεις
άδικα μην περιμένεις

Δε σου το 'χουνε γραμμένο
κι αν σου το 'χουν πάει άλλου

ʼλλος μένει εκεί που μένεις
και το δίνουνε αυτουνού

Ίσως να 'ναι και σταλμένο
σ' άνθρωπο του φεγγαριού

Ή και παραπεταμένο
σε μιαν άκρη τ' ουρανού.



ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ

Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσώ
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο

Μωρέ του λέω που 'ν' το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πάς να βρεις τ' αγόρι σου;

?Αγόρι εγώ δεν έχω μου αποκρίνεται
βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται

Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται

Θε μου συχώρεσε μου σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει το παλιόπαιδο

Σαν λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

?Χάιντε μωρό μου ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε.




(........................................................)



Η ΤΕΛΕΤΗ

Σύννεφο σύννεφο που πάς
είδα και πέρασε παπάς
Δίχως το καλημαύχι του
κι είχε σταυρό στη ράχη του

Τις ξέρω αυτές τις μυρωδιές
τα γιούλια και τις πασχαλιές
Τις ρόδες που ακουστήκανε
κι οι ξώπορτες κλειστήκανε

Συννέφιασε συννέφιασε
κι έτσι ο Θεός μας έφιασε
Στους έρωτες και στους καιρούς
ν' αφήνουμε μικρούς σταυρούς.



ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ

Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω

ʼφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μες στην άμμο

Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να 'ν' η αγάπη για να πάω

Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο.



ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ

Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ
που 'ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο

Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
μες στον αέρα πιάνω
Μια κοριτσίστικη φωνή
κι ένα σκοπό στο πιάνο

Μαρία και Βασιλική
χλωμή σαν Παναγίτσα
Με την νταντέλα τη λευκή
και τη χρυσή καρφίτσα

Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα
σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.


(........................................................)



ΣΟΥ ΤΟ 'ΠΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Σου το 'πα για τα σύννεφα
σου το 'πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το 'πα για τα σύννεφα
Για σένα και για μένα

Σου το 'πα με τα κύματα
σου το 'πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με τη χαρτορίχτρα
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το 'πα με τα κύματα
Σου το 'πα μες στη νύχτα

Σου το 'πα τα μεσάνυχτα
σου το 'πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου λίγο μόνο σ' άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
Από κοντά κι από μακριά
σου το 'πα τα μεσάνυχτα
Με τ' άστρα που κοιτούσες.



Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ' όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα 'κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ' άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ' αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.


(........................................................)


Ο ΓΛΑΡΟΣ

Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του 'δωκε φύκια
και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονο μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι δυο παραφυλάνε
σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ώσαμ' αύριο δεν υπάρχεις.



ΤΥΧΗ

Λάμπει τ' ασημί του σπάρου
μες στο μάρμαρο της Πάρου
Στου μεσημεριού το φως
το τραγούδι της Σαπφώς

Λάμπει λάμπει κι η χαρά μου
μες στην άσπρη κάμαρα μου

Κωπηλάτες του θανάτου
να 'χει Ελλάδες κι εκεί κάτου;
Να με πάτε να με πάτε
σαν νησάκι που κοιμάται

Και βουές γεμίζει μόνον
στους αιώνες των αιώνων.



Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά

Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε

απ' την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν' ανάψουμε

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.


(........................................................)



ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

ʼντρας δεν είναι ούτε γυναίκα
ούτε μας έρχεται απ' τη Μέκκα

Είναι παιδί μελαχρινό
μας έρχεται απ' τον ουρανό

Κι έχει τα πλούτη του εδωπέρα
στη γης και στο χρυσόν αέρα

Έχει μια θάλασσα με φάρους
που ανάβουν μόνο για τους γλάρους

Έχει εκκλησιές που τις πηγαίνει
όπου του λεν οι πικραμένοι

Κι ένα λαγωνικό που πιάνει
τις έγνοιες πάνω στο ταβάνι

Κανείς δεν ξέρει πως τον λένε
μια του γελούνε μια του κλαίνε

Και πότε ζει πότε πεθαίνει
πότε τους άλλους ανασταίνει

Τις αλυσίδες όλες σπάει
και μ' ανοιχτές φτερούγες πάει.



Ο ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ

Το επάγγελμα μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων

Πρωί πρωί χαράματα
κόβω απ' τον ήλιο γράμματα
Στη γλώσσα που διαβάζουνε
οι αγράμματοι και αγιάζουνε

Κατά τις έντεκα παρά
το στήνω μες στην Αγορά
Πουλάω φως ουράνιο
στίχους απ' το Κοράνιο

Πουλάω τ' όχι και το ναι
κι όσα ποτέ δεν είδανε
Στη Λεϊλά στη Λεϊλέ
πουλάω το ροζ και το βιολέ

Στο τζαμί την ώρα που 'ναι
οι πιστοί και προσκυνούνε
Κάνω κι έρχονται από πέρα
τα ουρί μες στον αέρα

Μια στιγμή στο δειλινό
ρίχνω χρώμα γαλανό
Ύστερα πάνω απ' τα κάστρα
πάω να καρφώσω τ' άστρα

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
Σ' όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους

Το επάγγελμα μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.




(........................................................)



Η ΤΑΡΑΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

α'

Στα σύρματα μπουγάδες απλωμένες
φέγγουν οι τοίχοι φέγγουνε οι αντένες

Αύγουστο μήνα μέσα στο φεγγάρι
παν οι ταράτσες παν χωρίς βαρκάρη

Κάπου σε μια κουζίνα πλένουν πιάτα
μυρίζει ψάρι και αγγουροσαλάτα

Κι ένας ψηλός αντίκρυ από μια σκάλα
με το τσιγάρο του κάνει σινιάλα

Ελάτε άγγελοι ώρα σας να βγείτε
με τα δικά σας κιάλια να μας δείτε

Να δείτε που φυλάγω καραούλι
σκαρφαλωμένος πάνω στο πεζούλι.

β'

Όπα και να σου - μέσα στο σκοτάδι
ένα παρά - παράθυρο που ανάβει:

Βλέπω βιβλία βλέπω ένα κομμάτι
απ' τον καθρέφτη βλέπω το κρεβάτι

και στα σεντόνια μισοξαπλωμένο
ένα κορίτσι - πως το περιμένω!

Κάθε που το 'να γόνατο σηκώνει
μια μυρωδιά κανέλας με λιγώνει

Και κάθε που το χέρι του γυρίζει
στο μέρος που σγουραίνει και μαυρίζει

Με παίρνει τ' αεράκι και πηγαίνω
στου Παραδείσου τα περβόλια μπαίνω.



ΤΟ «ΤΕΤΡΑΔΙΟΝ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ»

Κοιμάμαι κι ονειρεύομαι προβλήματα
όλα τα πυθαγόρεια θεωρήματα
Τα θαύματα της τριγωνομετρίας
μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας»

Απ' την αρχή την Κάθοδο των Αχαιών
τις μάχες των Ελλήνων κατά των Περσών
Να μάθω για τον πόλεμο της Τροίας
μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας»

Των αγοριών τα κεφαλαία ονόματα
και τα γυμνά σχεδιασμένα σώματα
Παλιόλογα και λόγια της λατρείας
μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας».



Η ΡΟΥΛΕΤΑ

Βγήκαν τα νιάτα ψεύτικα
στα γηρατειά ερωτεύτηκα
Μεγάλη πόρτα βρήκα
μετάνιωσα - δεν μπήκα
είπα τι κι έτσι τι κι αλλιώς
άλλαξε ρούχα ο Μανολιός

Στο κόκκινο ποντάρισα
πέντε φορές λαχτάρησα
Τ' ακούμπησα στο μαύρο
ποιος τα 'χασε να τα 'βρω
Είπα να παίξω και στα δυο
γύρισε κι ήρθε το ζερό

Μες στη ζωή μας βρε παιδιά
έρχεται πρώτ' η αναποδιά
Ένα πιάνεις δέκα χάνεις
δέκα ζεις μια θα πεθάνεις.



Η ALFA ROMEO

Θαύμασα τον Παρθενώνα
και στην κάθε του κολόνα
βρήκα τον χρυσό κανόνα

Όμως σήμερα το λέω
βρίσκω το καλό κι ωραίο
σε μια σπορ Alfa Romeo

Καλοκαίρια και χειμώνες
να 'ναι γύρω μου ελαιώνες
πίσω μου όλ' οι αιώνες

Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
και σε πειρασμό με βάζει
δώσ' του να πατάω το γκάζι

Με τη δύναμη του λιόντα
και με του πουλιού τα φόντα
πιάνω τα εκατόν ογδόντα

Γεια σας θάλασσες και όρη
γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
για της Αστραπής την Κόρη.



ΕΧΕΙ ΚΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ ΠΟΥΛΙ

Να 'χεις στόλους και βαπόρια
και πλεούμενα πελώρια

Με το δένε και το λύνε
λίγο βέβαια δεν είναι

Όμως της ζωής το αλάτι

βρίσκεται μες στο κρεβάτι

Μια μονάχα μες στις δέκα
να 'ναι αληθινή γυναίκα

Και τα τέτοια δεν τα θέλει
κύριε Γιώργο κύριε Τέλη

Μάθετέ το είναι καιρός
ίδια τα 'δωκε ο Θεός

Τι λιγάκι τι πολύ
έχει κι ο φτωχός πουλί.




(........................................................)




Τ ' ΑΦΑΝΕΡΩΤΑ

ΤΟ ΒΕΓΓΑΛΙΚΟ

Νυχτώθηκα όπως πάντα
στη σκοτεινή βεράντα
Και διάλεξα έν' αστέρι
το κράτησα στο χέρι
Σε λίγο του 'πα «φύγε»
το φύσηξα και πήγε
Στο αντικρινό μπαλκόνι
όπου καθόταν μόνη
Μελαχρινή κοπέλα
με κάτασπρη κορδέλα

Το πήρε στην ποδιά της
το 'βαλε στα μαλλιά της
Το φόρεσε βραχιόλι
και λαμποκόπησε όλη
Έπειτα ήρθε ο μπάτης
πήρε το κάθισμά της
Τη φύσηξε απ' το πλάι
μες στη βραδιά του Μάη
Κι άξαφνα μες στον ουρανό
κάηκε σαν βεγγαλικά.



ΤΟ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ

Από τους χρόνους τους παλιούς το 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες να βρω το Μαγισσάκι

Τ' άπιαστο σαν αερικό στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς αλίμονο σου -εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι Τι ζουμπούλια και τι κρίνα
χτύπα χτύπα το ραβδάκι Τι κι ετούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και μι και φα Ντο και ρε και φα και μι
μες στα ροζ τα σύννεφα φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες να βρω το Μαγισσάκι
Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι Τα παπιά και τα βαπόρια
χύνε το νερό στ' αυλάκι παν μαζί και πάνε χώρια
Φα και ρε και μι και ντο Έξι τέσσερα κι οχτώ
μες στο μπλε το ξάγναντο γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά για με το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά μα να 'μ' ερωτευμένος.



ΤΑ ΟΣΑ Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ' ΓΡΑΦΕ

Τα όσα η μοίρα μου 'γραφε
κι άλλος κανείς δεν ξέρει
Τα βρήκα μέσα στον καφέ
τα διάβασα στο χέρι

Ποτάμι βρήκα σκοτεινό
μια σφαλιγμένη πόρτα
Κοράκια πάνω στο βουνό
και φίδια μες στα χόρτα

Μακάρι να 'μουν σαν τα ζά
που βοσκούνε στον κάμπο
Γράμματα να μη γνώριζα
μες στα μυστήρια να 'μπω

Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
να ψάχνω δε συμφέρει
Φέρτε μου δεύτερο καφέ
κι αλλάξτε μου το χέρι.



Ο ΤΑΜΕΝΟΣ

Σηκώθηκε ο Πουνέντες και λυσσά
της Παναγίας φτάνει ως τα μισά

Στάζουν οι πέπλοι λάμπουν τα χρυσάφια
σκαμπανεβάζουν γύρω τα χωράφια

Από παιδί σαν να 'σουν εκκλησιά
παλιό μου καλοκαίρι σ' έζησα

Θυμάμαι που οι άγγελοι τρομαγμένοι
ανεβοκατέβαιναν οι καημένοι

Κι όλο ζητούσα πως την Ομορφιά
να τηνε κατεβάσω απ' τα καρφιά

Κι όλο μ' έριχνε κάτου θυμωμένος
Εκείνος όπου του ήμουνα ταμένος.



ΟΛΑ ΤΑ ΠΗΡΕ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ' άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.



(........................................................)



Ο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Γρήγορα που σκοτεινιάζει. Φθινοπώριασε
δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο. Χώρια εσέ

Που μιλάς και η νύχτα κλαίει σαν το σκύλο σου
προδομένος απομένει - ποιος; Ο φίλος σου

Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
που σου 'μελλε να το 'βρεις απ' τη γυναίκα σου

Ασ' τον άνεμο να λέει άσ' τον να λυσσά
κάποιος θα 'ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα

Κάποτε κι εσύ θα φτάσεις - ποιος; Ο νικητής
αλλά βασιλιάς μιας χώρας ακατοίκητης

Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
θα μετράει στα δάχτυλα της η γυναίκα σου.



ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

1. Αρχή του κόσμου πράσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
τραγουδώ και ξετυλίγω

2. Διαβάζω μέσα στο νερό
το άλφα το βήτα και το ρω
Τα δυο γυμνά σου πόδια
τους κήπους με τα ρόδια

3. Σ' έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατάω

4. Σου 'χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά

5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
την απαλάμη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
την Τύχη κι άμε να τη βρεις

6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα
σε μακρινούς να πάμε τόπους
Όπου τα πλάσματα τ' αθώα
να μας φαντάζονται γι' ανθρώπους

7. ʼκουσα μες στον ύπνο σου
που κολυμπούσε ο κύκνος σου
Τα δύο μας τα ονόματα
ν' αλλάζουν χίλια χρώματα

8. Τα χέρια μου τ' αδίσταχτα
πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει
Τα μάτια σου τ' ανύσταχτα
της ρίχνανε άνθη να χορτάσει

9. Βγήκε απ' το κόκκινο το μαύρο
και τώρα που να πάει δεν ξέρει
Κόκκινα που 'ναι όλα τα μέρη
Το 'να που απόμεινε ίσως θα 'βρω

10. Μου 'φυγ' ένα συννεφάκι
πάει τη λύπη στα βουνά
Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
στο πάντα και στο πουθενά

11. Σ' ένα λιμανάκι μωβ
ξύπνησα τα χαράματα
Όχι να μη γίνω Ιώβ
μήτε να μάθω γράμματα

12. Στήνει καρτέρι ο κεραυνός
χώρια να μας πετύχει
Μα 'ναι μεγάλος ο ουρανός
και τοσοδούλα η Τύχη

13. Φύγε από κει μωρέ πουλί
και γέρνει η βάρκα μας πολύ
Μόνο σου πέταξε και δες:
ίσα που παίρνει δυο καρδιές

14. Σταμάτα μου την αστραπή
ν' ανάψω ένα τσιγάρο
Και πες του σύννεφου να πει
πως θα 'ρθω να σε πάρω

15. Την αγάπη μια τη λες
την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
Όσο που γίνονται πολλές
και πάλι σ' όλες δίνεσαι

16. Περνώντας απ' τις λυγαριές
κάποιος μου το μουρμούρισε
Το 'παν οι σκύλοι στις αυλές
κι η γάτα το χουρχούρισε

17. Κάνε με Μωαμεθανό
να προσκυνώ στη Μέκκα
Και να σε πάρω μια και δυο
κι εφτά φορές γυναίκα

18. Ο που ξέρει ελληνικά
πέντε κι έξι έντεκα
Κι ο που ξέρει μόρτικα
δύο αλλ' αλλιώτικα

19. Η χαρά μου για να παίξει
διάλεξε κοπέλες έξι
Καθεμιά κι από μια λέξη
να τη λέει ώσπου να φέξει

20.Ένα κύμα μέσα σ' όλα
έγια λέσα έγια μόλα
Πήρε τα κρυφά μας λόγια
να τα κάνει κομπολόγια

21. Αυτό που λέμε «σ' αγαπώ»
στα δέντρα θα το τρίξω
Με τον αέρα να σ' το πω
και να σου το φυσήξω

22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται
μέσα στης θάλασσας τον πάτο
Κάποια που πια δεν το θυμάται
μ' έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω

23. Σαν κάποιος ν' αναστέναξε
ή να 'κοψ' έναν μενεξέ
Ραγίστηκεν ο ουρανός
και φάνηκε ο κατάμονος

24. Τι να 'γινε το μαξιλάρι
που 'χε απ' τα λόγια μας γεμίσει
Στον ουρανό θα το 'χει πάρει
άγγελος για ν' αποκοιμίσει
κάτι που πια δε θα γυρίσει

25. Μόνο που κοιτάχτηκες
μέσα στο πηγάδι
Στην ηχώ σου πιάστηκες
σαν σε παραγάδι

26. Να σου δένω τα μαλλιά
με χρυσόν αστάχυ
Και να λένε τα πουλιά:
ο που τα 'βρε ας τα 'χει

27. Μες στου κήπου το σκοτάδι
φέγγεις μόνο με το χάδι
Όμως όταν μπεις στο σπίτι
σβήνεις τον Αποσπερίτη

28. Να 'χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα Γραμμένα
Να σβήσω τα τετράστιχα
και να κρατήσω εσένα.




(........................................................)




ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ

Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν

Μα ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε
ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε
ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο
κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο

Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
αλλά δε φτάνουνε ποτέ στο Ιράν.



ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΕΓΩ

Ανάγκη να σε πάρω εγώ
που έτσι σ' απαρατήσανε
μονάχο κι έρμο κι ορφανό
παιδάκι μου που σ' αγαπώ
σε μαύρες μέρες και σκληρές
μη μου ζητάς το αδύνατο

Δρόμο σε πήγα δρόμο μακρινό
νυχτόημερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα
κι ήταν το γάλα σου ακριβό
μα να σ' αφήσω δεν μπορώ
παιδάκι μου σε πόνεσα

Το ρούχο το μεταξωτό
μες στο ποτάμι το 'ριξα
φτωχά κουρέλια σου φορώ
πλένω σε και βαφτίζω σε
με το κατάψυχρο νερό
μην κλαις και μου πικραίνεσαι.



ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΛΕΒΕΝΤΗΣ

Την ώρα που ο λεβέντης στον πόλεμο κινούσε
η αγαπημένη του έκλαιγε και τον παρακαλούσε

Μακριά στη μάχη σαν βρεθείς καλέ μου έχε το νου σου
φυλάξου από τη μάνητα κι απ' το σπαθί του εχτρού σου

Μπροστά πολύ μην προχωρείς πίσω μην απομένεις
φωτιά μπροστά πίσω φωτιά καταμεσής να μένεις

Τι οι πρώτοι πάντα είναι γραφτό θερίζονται και πάνε
κι οι πίσω μέσα στο σωρό πέφτουν και ξεψυχάνε

Μονάχα ξέρει ο μεσιανός να τρέξει να πηδήσει
κι αυτός μονάχα σπίτι του μια μέρα θα γυρίσει.



ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ

ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ

Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη
μέσ' από δάφνες και μυρτιές
κι από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη

Ως τη θωρεί πετιέται ορθός
ο ʼνεμος ο ακοίμιστος
άντρας ο άτιμος κοιτάει
γλείφεται γλώσσες τις εννιά
κι απέ γλυκά της τραγουδάει:

-Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ιδώ
άσε με λίγο να σ' αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν' ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη
ξοπίσω της ακολουθεί
ʼνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα σπάθα αστραφτερή

Αχού το κύμα πως στενάζει
ο ελιώνας αχού πως χλωμιάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινόν αέρα:

-Τρέχα τρέχα Παινεμένη
τι όπου να 'ναι σε προφταίνει
ο ʼνεμος χιμάει να
γλείφεται γλώσσες τις εννιά

Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα τρομαγμένη
της δίνουνε κάτι να πιει
κι εκείνη λέει κι ανιστορεί

Ενώ απ' τη λύσσα του θηρίο
γυρνάει ο ʼνεμος στο κρύο
δέρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.


(........................................................)



Η ΚΥΡΑ Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ

Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που απ' τα σκοτεινά
η Κυρά η Παντέρμη ροβολά

Μαύρη μαυρίλα είν' η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια

-Παντέρμη τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι να ζητώ
πε μου σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω κείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε

-Παντέρμη πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιος ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
'γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί

-Παντέρμη λούσε το κορμί σου
λούσ' το χελιδονονερό
κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
ασ' τηνε να 'βρει αναπαμό

ʼχου τσιγγάνικες ψυχές
όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.



ΧΑΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ

-Τι να 'ναι κείνο που φωτά
Μάνα στα δώματα ψηλά;

-Κοιμήσου γιε μου κι είναι αργά
σήμανε η ώρα έντεκα
-Μάνα στα μάτια μου για δες
λάμπουνε τέσσερις φωτιές
-Δεν είναι τίποτα έλα πια
είν' τα μπακίρια αστραφτερά

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη

Τη φυσαρμόνικα γλυκά
παίζανε Σεραφείμ μικρά

-Μάνα μου ευθύς που ξεψυχήσω
μηνύσετέ το στους ανθρώπους

Κατά Βοριά κατά Νοτιά
μαντάτα στείλετε πικρά

Οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν
όλα τα δάση αχολογούσαν

Ψηλά δεν έβλεπες κανένα
κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.



ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ

Είκοσι τρεις του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν παν και του λένε:
αν το μπορείς δυστυχισμένε

Στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε

Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλ' από κάτου τ' όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες

Πάρε κεριά πάρε λαμπάδες
τα χέρια μάθε να σταυρώνεις
και πόνου από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά

Τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στα σάβανα

Στους ουρανούς ψηλά προβαίνει
ο Ταξιάρχης και πηγαίνει
πόχει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δε μιλεί

Κι είκοσι τρεις του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
Τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος

Κι είκοσι τρεις του Αυγούστου
γέρνει και τα σφαλεί.


(........................................................)



ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ

Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
φωνές ξέσκισαν τον αέρα

Ωσάν του κάπρου δαγκωνιές
έμπηγε στα ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές
και δελφινιού πηδήματα

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν έξι
δεν μπόρειε πια ν' αντέξει

Αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
φεγγαρομελαψέ μου
κι αντρογαρούφαλέ μου
αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
π' άξιζες μια Βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά
τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια

Στην άκρη εκεί του ποταμού
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
κι ανάγειρε την κεφαλή
με τα σφιγμένα χείλη

Μα τότε πια καμιά φωνή
μόνο φωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός
ήρθε και τ' άναψε καντήλι.



Η ΜΙΚΡΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ

Πέρα στην ακροποταμιά
την πήγα και την ξάπλωσα
ήτανε μικροπαντρεμένη

Μα εγώ τη νόμιζα κορίτσι
που κάτι άλλο περιμένει

Μεμιάς σβηστήκαν τα λαμπιόνια
κι άναψαν όλα τα τριζόνια

Τα δυο της στήθη τα μικρά
μέσα στα μισοσκότεινα
τ' άγγιξα και μυρίσανε
σαν γυάκινθοι που ανθίσανε

Από το γύρο του λαιμού
έβγαλα τη γραβάτα μου

Εκείνη όσο που να το πεις
έβγαλε το φουστάνι της
Εγώ τη ζώνη την πιστόλα
εκείνη τα λινά της όλα

Τέτοιο δέρμα τέτοια χείλη
δεν τα βρίσκεις σε κοχύλι
τέτοιο θάμπος τέτοια χάρη
σε γυαλί και σε φεγγάρι

Το σώμα της σπαρταριστό
σαν ψάρι φρεσκοτράβηχτο
μισό φωτιά μισό δροσιά
μου άφηνε μες στα σωθικά

Τι μου 'λεγε δε θα το πω
γεμάτος άμμο και φιλιά
την πήρα και τη σήκωσα

Τον άνεμο από μια μεριά
σπάθιζαν τα νερόκρινα.



ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ

Καταμεσής στη ρεματιά
λάμπουνε τα μαχαίρια

Ωσάν ψάρια αστραφτερά
που κανείς δεν τα προφταίνει
και το αίμα τα ομορφαίνει

Μες στις άγριες πρασινάδες
ανεβαίνουν με το πλάι
πάνω σ' αψηλές φοράδες

ʼγγελοι μαύροι έφερναν
μέσα στο φως το αγριωπό
μαντίλες και χιονόνερο

Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
πέφτει με μια λαβωματιά

Έχει ανεμώνες στο πλευρό
και ρόδι έχει στον κρόταφο

Κατάκοπο από τις φωνές
το απόβραδο μες στις συκιές
σωριάζεται λιπόθυμο

Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα
με τα μεγάλα τους φτερά
πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.


(........................................................)



ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
πράσινα να 'ναι πράσινα
τον άνεμο τη φυλλωσιά
τ' άλογο πάνω στα βουνά
τη βάρκα μες στη θάλασσα

Μες στη σκιά που τηνε ζώνει
ρεμβάζει επάνω στο μπαλκόνι
πράσινο δέρμα και μαλλί
το μάτι κρύο και ασημί

- Σύντροφε πάρε τ' άλογο μου
κι όλ' η αρματωσιά δικιά σου
το σπίτι σου να 'ναι δικό μου
να 'ναι δική μου η φαμελιά σου

Σύντροφε καταματωμένος
έρχομαι απ' τ' αψηλό φαράγγι
αχ έτσι το 'φερε η ανάγκη

-Έννοια σου γιε μου κι αν μπορούσα
ευθύς το πράγμα θα το κλειούσα
μα δεν ορίζω πια δικό μου
κάνε μήτε το σπιτικό μου

- Σύντροφε πες μου και πατέρα
που 'ναι η πικρή σου θυγατέρα;

-Χρόνους και χρόνους εκεί μένει
και πάντα εκεί θα περιμένει
όμορφη μελαψή και μόνη
πάνω στο πράσινο μπαλκόνι

Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
πράσινα να 'ναι πράσινα
τον άνεμο τη φυλλωσιά
τ' άλογο πάνω στα βουνά
τη βάρκα μες στη θάλασσα.

Οδυσσέας Ελύτης

1 σχόλιο: